μπελαλίδικος


μπελαλίδικος
[бэлалидикос] εκ. стеснительный, тягостный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μπελαλίδικος" в других словарях:

  • μπελαλίδικος — η, ο θηλ. και ια 1. αυτός που προξενεί μπελάδες 2. δύσκολος, δυσχερής, κοπιαστικός («δουλειά μπελαλίδικη»). επίρρ... μπελαλίδικα με μπελαλίδικο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. belali + κατάλ. ίδικος] …   Dictionary of Greek

  • μπελαλίδικος — η, ο (λ. τουρκ.), αυτός που προκαλεί μπελάδες, ο ενοχλητικός: Τα κατοικίδια συχνά είναι μπελαλίδικα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπελαλής — ο αυτός που προκαλεί μπελάδες, μπελαλίδικος, ενοχλητικός: Μην μπλέκεις μαζί του, είναι μπελαλής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)